Πίνακες/Τοπία

Ο Λόφος


[…] Στεκόμουν λίγο πριν τα πρώτα σύδεντρα του δάσους και τον περίμενα. Το μάτι μου έπεσε πάνω στο μέρος που κοιμόμουν τις νύχτες.Ύστερα παραδίπλα, στο σημείο που ανάβαμε τη φωτιά. Εκεί που ξενυχτούσα όταν δε μιλιόμουν με το Νορ. Εκεί που άλλαξα μορφή για πρώτη φορά. Εκεί που έκανα τις πρώτες μου ασκήσεις. Εκεί που διδάχτηκα τόξο και σπαθί και κάτω στη κοιλάδα, που έμαθα το Βάδισμα της Σκιάς. Είχα αφήσει ένα κομμάτι μου σε αυτό το μέρος τελικά. Εδώ είχα γνωρίσει καλύτερα τον άλλο μου εαυτό.
«Ώρα να επιστρέψω στο αγαπημένο μου Έιμερν, μικρέ μου φίλε».
Ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο λόφος και τα δέντρα του, που από εκεί πάνω, από τις πανύψηλες κορφές τους, μπορούσαν να δουν… τις σκοτεινές ημέρες που με περίμεναν.

(Απόσπασμα: Βιβλίο 2ο)

“Ο Λόφος” ένα σκίτσο για το εσωτερικό του 2ου Βιβλίου μου από την  Ελενη Στα!


[…] Μέσα στη σκοτεινή ησυχία της νύχτας, o Νορ φαίνεται πως είχε δουλειές να κάνει. Πήρε ένα ραβδί και κοντοστάθηκε στη νοτιοανατολική πλευρά του λόφου. Η μια άκρη του ξύλου άγγιξε το έδαφος. Χάραξε μια καμπυλωτή γραμμή προς τα αριστερά. Πιο μπροστά έκανε μια δεύτερη, ίδια με την πρώτη, που κοιτούσε δεξιά. Συνέχισε να χαρακώνει το χώμα φτιάχνοντας σχέδια. Τον παρατηρούσα κάτω απ΄την καλύπτρα του μανδύα μου.
«Σιγκν!» Με φώναξε λες και ήξερε πως τον κοιτούσα. Ήταν απ΄τις λίγες περιπτώσεις που πρόφερε το όνομά μου. Σκίρτησα. Στο άκουσμα της φωνής του πάντα σκιρτούσα. Πήγα κοντά του. Έτεινε το ραβδί προς το μέρος μου. Το κράτησα διστακτικά.
«Κοίτα μπροστά!»
Σε μια απόσταση πέντε μέτρων είχε ζωγραφίσει σύμβολα.
«Αυτά είναι τα Ρέι-Θόουλ! Εσύ μπορείς να τα ξέρεις ως Σχέδια στο Έδαφος. Πάνω σε αυτά, οι Κρίμζομ μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε το πιο σπουδαίο όπλο. Το σπαθί. Αυτό που κρατάς είναι το όπλο σου. Με τη σκέψη σου θα φαντάζεσαι πως είναι το δικό σου σπαθί. Στόχος σου είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη και την υπακοή του. Να μάθεις να συνεργάζεσαι μαζί του. Να λειτουργείτε σαν ένας, σαν ένας νους».
«Είμαι έτοιμος να κρατήσω όπλο στα χέρια μου;»
«Πάψε να σκέφτεσαι με αυτόν τον τρόπο. Πάψε να φοβάσαι το καινούργιο. Συγκέντρωσε κάθε αίσθησή σου. Πρέπει να πιλοτάρεις πρώτα αυτήν την βέργα για να φτάσεις να χειρίζεσαι το σπαθί».
Χρειάστηκα κάμποσα λεπτά μέχρι να μοιράσω τη γαληνή στις αισθήσεις μου και να πολεμήσω μέχρι θανάτου το άγχος μέσα μου. Σαν πίστεψα πως είμαι έτοιμος, έσφιξα στη παλάμη το ραβδί και δοκίμασα να περπατήσω πάνω στα σχέδια του εδάφους.”

(Απόσπασμα: Βιβλίο 2ο)

“Ρέι-Θόουλ”: “Τα Σχέδια στο Έδαφος” ένα σκίτσο από την Ελενη Στα


Πίνακας: “Φως και Σκοτάδι”


Πίνακας: A Sad Hero


    

Πίνακας: Ο Σιγκν απέναντι από το Ορμ

[…]Τρέχαμε ανάμεσα στα συντρίμμια. Το γιγάντιο τέρας άκουγε τον ήχο των ποδιών μας. Είχε κορώσει ο θυμός του. Του είχαν ξεφύγει έντεκα απ’ τους δεκατέσσερις που είχε μετρήσει. Θα σκότωνε εμάς τους τρεις που είχε εγκλωβίσει κι ύστερα θα έβγαινε να περιποιηθεί και τους υπόλοιπους. Η τρομερή ιαχή του ακούστηκε ξανά. Βγήκε μπροστά μας. Στο στομάχι του ετοίμαζε την πιο φρικτή του φλόγα. Τη μαύρη φωτιά!
Άνοιξε το στόμα, έτοιμο να φτύσει την φωτιά, όταν σταμάτησα να τρέχω και στάθηκα απέναντί του.
«Αλτάιρ!» φώναξε ο Μπένγκορ, κοιτώντας έντρομος.
«Σιγκν! Φύγε!» είπε ο Σλέιν.
Φαινόμουν ν’ αχνοφέγγω στη σκοτεινιά. Έδειχνα μικρός κι εντελώς μόνος. Συγκέντρωσα όλες τις αισθήσεις μου. Και την όγδοη αίσθηση που μόλις απ’ τον Κάμπο είχα ανακαλύψει. Οι ίριδες έγιναν γαλάζιες κι ένιωσα το δέρμα μου ν’ αλλάζει. Χωρίς πόνο.
«Μόρχθουί, νόντερ ικ λέντορ», ψέλλισα με κλειστά τα μάτια.
Ακούστηκαν θόρυβοι που προέρχονταν απ’ τους τοίχους ολόγυρα. Οι αμέτρητες ρίζες ξεκόλλησαν απ’ τους τοίχους. Άπλωσαν τα δάκτυλά τους το ένα προς το άλλο. Δημιούργησαν ένα πλέγμα, σαν δίχτυ απ’ τη μια μεριά της αίθουσας ως την άλλη. Μπήκε ανάμεσα στο Ορμ κι εμάς. Το θεριό όμως δεν έδωσε την παραμικρή σημασία και μ’ ένα τρομερό θόρυβο η μαύρη, σαν πίσσα, φλόγα εκτοξεύτηκε απ’ το στόμα του. Αλλά δεν πρόλαβε να την φτάσει σ’ εμάς. Το δίχτυ έπεσε πάνω του και το εγκλώβισε. Όση φωτιά είχε ξεράσει, γύρισε και το έκαψε. Ούρλιαζε, ωρυόταν και χτυπιόταν σαν κουκούλι πριν σκάσει η πεταλούδα.
«Μπρος, τρέχα, Αλτάιρ!» Πέρασε με φόρα ο Μπένγκορ και με πήρε απ’ το μπράτσο.
Η πράσινη λάμψη, μας τύλιξε ξανά. Σκύψαμε ν’ αποφύγουμε την ουρά του που κινούνταν μανιωδώς. Ελιχτήκαμε να γλιτώσουμε απ’ τη μαύρη ουσία που κόχλαζε πάνω στην πέτρα και την έλιωνε. Και τέλος, περάσαμε, τρέξαμε ως την πορτούλα, που το φως έλεγες πως θα σ’ έβγαζε σε ουράνια χώρα.
«Ναίτ αρνάνιν». Ήταν τα τελευταία μου λόγια. Οι ρίζες βούτηξαν τα θεμέλια και τα ξεκόλλησαν. Η οροφή του λόφου βούλιαξε μέσα κι η αίθουσα κατέρρευσε. Σκόνη σηκώθηκε και συντρίμμια κατρακύλησαν ως τις πεδιάδες και τα γύρω δεντράκια. Η φρικτή φωνή του Ορμ έσβησε και δεν ακούστηκε ξανά.


(Απόσπασμα: Βιβλίο 2ο)

“Ο Σιγκν απέναντι από το Ορμ ” ένας πίνακας από τον John St